Thursday, June 26, 2008

Μπαρούτι και μέλι...


Όλη η ζωή μας μια βόλτα, μια σούζα κι ένα φιλί...
Μόλις προχθές βρήκα πάνω στο γραφείο μου το πρώτο μυθιστόρημα του φίλου (πρώτα) και συναδέλφου (έπειτα) Γιώργου Πολίτη. Με το Γιώργο βρεθήκαμε να δουλεύουμε μαζί στο περιοδικό Drive πριν από 12 χρόνια κι οφείλω να πως ότι αμέσως ξεχώρισε στα μάτια μου από το... συρφετό των αυτοκινητοδημοσιογράφων, χάρη στο ήθος και τις εκπληκτικές περί του αυτοκινήτου γνώσεις του (δυστυχώς, αμφότερα σπανίζουν στο χώρο μας). Ο άνθρωπος έχει τόσο αποκρυσταλλωμένη αυτοκινητική κουλτούρα που κατάφερνε πάντα να γίνεται... αντιπαθής στους διευθυντές του περιοδικού (κι ας μην το έδειχναν οι τελευταίοι...) ίσως επειδή γι' αυτούς το αυτοκίνητο δεν ήταν πλέον αγάπη άλλα μόνον επάγγελμα...
Θυμάμαι πως περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στο γραφείο συζητώντας για παλιά ιταλικά αυτοκίνητα, για μοτοσυκλέτες και (βεβαίως...) για γυναίκες! Η συζητηση έκλεινε κάποιες φορές με μια νυχτερινή βόλτα με κάποιο πισωκίνητο "ερπετό" από αυτά που συνήθιζε να φέρνει από την Αγγλία (όπου σπούδαζε εκείνη την εποχή). Αισθάνθηκα ιδιαίτερη τιμή όταν μια βραδιά μου εμπιστεύθηκε το τιμόνι μιας μαύρης, δεξιοτίμονης, Alfa 75 3.0 V6 ("σετάντα τσίνκουε, τρε-μίλλε, βε σέϊ...", έτσι Γιωργάρα;) με αγωνιστικό "χταπόδι" στην εξαγωγή. Το πράγμα βρυχόταν σε κάθε γκαζιά κι επειδή τα πίσω λάστιχα είχαν γίνει από καιρό σλικ, η ουρά του απειλούσε κάθε αυτοκίνητο που στεκόταν δίπλα μας στο φανάρι. Καταφύγιό μας μια αλάνα στου Παπάγου, όπου ανέχτηκε με καλοσυνάτο χαμόγελο την αδεξιότητά μου στο ανάποδο τιμόνι...

Το βιβλίο αυτό είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο μάλλον δεν θα διακριθεί, ούτε θα αποσπάσει κάποιο βραβείο. Οπωσδήποτε, όμως θα συγκινήσει όσους υπήρξαν έφηβοι στη δεκαετία του '80 και ανδρώθηκαν μέσα σ' ένα κόσμο που τ' αυτοκίνητα (και οι γυναίκες) είχαν ακόμα το καθένα τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα.
"Ρούφηξα" στην κυριολεξία τις 424 σελίδες του μέσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο κι έζησα τις περιπέτειες του κεντρικού ήρωα, του Νικήτα, ενός παιδιού που αγάπησε τις μοτοσυκλέτες, τ' αυτοκίνητα και τις γυναίκες στα ίδια (πάνω-κάτω) μέρη που το έκανα κι εγώ και χιλιάδες άλλα παιδιά της δεκαετίας του '80, τα οποία είναι σημερινοί 40άρηδες... Συγκινήθηκα διαβάζοντας για μέρη και συνήθειες που δεν υπάρχουν πια -ποιος θυμάται τη Disco Barbarella, τις κασέτες και τους δίσκους βινιλίου, το ροκ, το Heavy Metal. Ξανάζησα τη συγκίνηση της απόκτησης από τον έφηβο ήρωα της πρώτης μοτοσυκλέτας που του εξασφάλισε την αυτονομία και την πολυπόθητη ελευθερία. Ο έφηβος ήρωας μετετράπη σε... έφιππο, έστω κι αν ανάμεσα στα πόδια του βρίσκονταν όχι ένας, αλλά 14-15 "ίπποι". Και μετά ήρθε ο έρωτας... Η γλυκιά αίσθηση των δύο λεπτών γυναικείων χεριών που σφίγγουν τη μέση σου όταν γκαζώνεις και τα σκληρά, νεανικά στήθη που πιέζουν την πλάτη σου όταν πέφτεις στα φρένα... Βέβαια, ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός διότι τόσο οι μοτοσυκλέτες, όσο και οι γυναίκες είναι ατέλειωτες. Και δυστυχώς, το ρόλόϊ δεν γυρίζει πίσω.
Νά 'σαι καλά ρε Γιώργο...

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IntroBooks. (Αν θελήσετε να το παραγγείλετε στον βιβλιοπώλη της γειτονιάς σας, το ISBN του είναι το: 978-960-6680-39-7)



3 comments:

Mario Fani said...

Συντρίβοντας το ρεκόρ του Δημητρέλη, καθώς δεν χρειάστηκα περισσότερες από 7 ώρες, προκειμένου να αναγνώσω το «Μπαρούτι & Μέλι» σε δυο συνεδρίες μάλιστα, (με μισό ξενύχτι ενδιαμέσως), θα επιθυμούσα να καταθέσω τα εξής:
Ο Γιώργος Ν. Πολίτης δημιούργησε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, γράφοντας με μια γλώσσα ευέλικτη αλλά όχι πλαστική, αληθινή αλλά όχι χυδαία, όμορφη μα όχι βιτρινάτη.
Με τη δύναμη της γραφής του κατάφερε να στήσει ένα ζωντανό σκηνικό, να δώσει ένα δυνατό παλμό, να σε κρατήσει κοντά του.
Για μερικούς, ίσως να είναι ένα σκοτεινό μυθιστόρημα. Έχει ατελείωτα νυκτέρια, ποταμούς οινοπνεύματος, αμέτρητα κυβικά καπνών από κάθε είδους καύση, έχει αρκετή παρακμή, έχει και μια έμμεση απειλή που φτερουγίζει κάπως αδιόρατα. Έχει πολύ ζωή (δηλαδή έρωτα), έχει πολύ χιλιόμετρο, έχει αρκετή μουσική και σχεδόν καθόλου θάνατο.
Οι ήρωές του κυριαρχούνται περισσότερο από το ένστικτο και λιγότερο από τη νοημοσύνη. Ακροβατούν ανάμεσα στο περιθώριο και την αφομοίωση της καθημερινότητας αλλά καταφέρνουν να επιβιώσουν.
Προσωπικά, πιστεύω ότι είναι ένα απαισιόδοξο σύνολο, ένα είδος απογραφής χαμένων μεν αλλά έντονων ευκαιριών. Να ομολογήσω επίσης ότι αν και στο πρώτο του ήμισυ με τάραξε, με αναστάτωσε, τελικά το ευχαριστήθηκα
Ασφαλώς καταλαβαίνω τη νοσταλγία πολλών συνομηλίκων του συγγραφέα που μπορεί να έχουν κοινές εικόνες ή εμπειρίες, και τέλος να υπογραμμίσω ότι αναπτύσσει έντεχνα το δημιούργημά του σε βάθος μιας εικοσαετίας.

O paraponiaris said...

Ως περίπου συνομήλικος με το συγγραφέα να σκαλίσω δυο κουβεντούλες με την καλύτερη των διαθέσεων ελπίζοντας ότι δεν θα τον στεναχωρήσω.
Στο σύνολο των αρσενικών της παρέας μου, (βάνε τώρα μισή ντουζίνα περσόνες), να πέρασαν τα τελευταία 20 χρόνια 90 περίπου τεμάχια. Λογικό νουμεράκι έτσι; Κάτι λιγότερο από 15 θηλυκά κατά μέσο όρο ανά άτομο σε 20 γιάρς.
Ε λοιπόν από αυτά τα 90, πέντε μόνον (5) πήραν εκείνες την πρωτοβουλία.
Γιατί η Κιμ, η Ζωή, η Άντα, η Τζούλια, όλες πάντα του την πέφτουνε;
Έπειτα, ο Τσέλιγκας του πατήρ τι ήτο και 200άριζε φορ φαν στας παραλίας. Του Carlos του τσακαλιού του Sainz? Κόψε κάτι...
Και οι ντοματοσικλέτες του, που λύσσαγε στα μαύρα φίδια της πρωτεύουσας ώρες, νύκτες ατελείωτες με του χάντερτ παντού. Τι είχε; Ατέλεια από τα χ? (χ = χειρουργεία & χάρος) και τι γλύτωσε με ένα καταγματάκι;
Για να μην κάνουμε λόγο για τα νταμίρια που φουμάριζε. Είναι να έτσι κάπως πολύ ακροβατικό εκείνο το μπες - βγες το περιθώριο...
Το λοιπόνε.
Τονε εζηλέψαμε τον αλήτη τον Νικήτα, ίσως γιατί η δικιά μας η ζωή δεν άξιζε για μυθιστόρημα. Πάντως το βιβλίο του Πολίτη, το χάρηκα, το φχαριστήθηκα
Ελπίζω ο συγγραφεύς να εννοήσει τας τεχνικάς παρατηρήσεις μου και στο επόμενο να τις λάβει επόψη...

Fotis Panas said...

Μεστό, ξεσηκωτικό, γρήγορο, με ανεβασμένα "γράδα". Άθελά μου, έκανα τον απολογισμό της δικής μου πορείας διαβάζοντάς το. Μια αυτο-ανα-σκόπηση.
Δεν θα συμφωνήσω με άλλους που αναφέρουν ότι είναι ένας διαφορετικός Γ.Πολίτης,ενώ αρκετά σημεία θυμίζουν στον προσεκτικό αναγνώστη τις αυτοτελείς ιστορίες του. Είναι και αυτή η αφιέρωση στην αρχή που συνδέει το όλο πόνημα με τον άνθρωπο.
Αλλά πολύ καπνός και οινόπνευμα ρε αδελφάκι...Μήπως αν ήταν πιο νηφάλιος και άνευ hang over o ήρωας δεν θα μετάνοιωνε κάθε χρόνο για τα λάθη του περασμένου; Αλλά πάλι, πως θα ξεπερνούσε τον άκρατο πεσιμισμό του; Άσε δε, την εφηβική μελαγχολία που του έμεινε σαν το παλιό παλτό. Και πάλι, χωρίς τα αυτομαστιγώματα και αυτοτιμωρίες, τί σόι ιστορία θα είχαμε;
Τα εύσημα στον δόκτωρα και καλή συνέχεια.